χορδά

χορδά
χορδά
1 string met., note

ἐν Αἰολίδεσσι χορδαῖς P. 2.69

χορδαί (cf. Σ, χορδὰς εἶπεν τοὺς φθ[όγγους καὶ τὰς ἁρ]μονίας) ?fr. 348b.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χορδά — χορδά̱ , χορδή guts fem nom/voc/acc dual χορδά̱ , χορδή guts fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρδα — η, ΝΜ βλ. χορδή …   Dictionary of Greek

  • χορδάν — χορδά̱ν , χορδή guts fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χορδάς — χορδά̱ς , χορδή guts fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιλιοχορδοφάσα — κοιλιοχορδοφάσα, ἡ (Μ) (για την αλεπού) αυτή που καταβροχθίζει κοιλιές και έντερα («μαγγαναρέα, μιαρή, κοιλιοχορδοφάσα», Διήγ. Παιδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κοιλιό χορδα «κοιλιές και εντόσθια» + φάσα (< φαγούσα, θηλ. μτχ. αόρ. β ἔ φαγ ον τού τρώγω), τ …   Dictionary of Greek

  • κόρδα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 94 μ., 258 κάτ.) του νομού Καρδίτσης. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του νομού, στην πεδιάδα, 33 χλμ. ΒΑ της Καρδίτσας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σελλάνων. * * * η (Μ κόρδα) 1. η χορδή μουσικού οργάνου, τόξου ή… …   Dictionary of Greek

  • μιξεριφαρνογενής — μιξεριφαρνογενής, ές (Α) αυτός που προήλθε από μίξη εντέρων κατσικιού και αρνιού («μιξεριφαρνογενής χορδά», Φιλόξ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μιξ(ο) τού μίγννμι */μείγνυμι + ἔριφος «κατσίκι» + ἀρήν, ἀρνός «αρνί» + γενής (< γένος)] …   Dictionary of Greek

  • χορδή — η, ΝΜΑ, και χόρδα ΝΜ 1. καθετί που κατασκευάζεται από έντερο 2. νηματοειδές σώμα από έντερο, και, σήμερα, από μέταλλο, το οποίο, όταν τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και νύσσεται, παράγει ήχο (α. «οι χορδές τής κιθάρας» β. «φόρμιγγος… …   Dictionary of Greek

  • ԱՂԻՔ — (աղեաց.) NBH 1 0040 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 10c, 11c, 12c (զորոյ զեզականն տե՛ս ʼի վեր՝ ԱՂԻ, աղւոյ.) σπλάγχνα , ἕντερον viscera, intestinum Ընդերք, մաշկեղէն խողովակ երկայն ոլորեալ ʼի փոր կենդանեաց՝ ընդունարան …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”